Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

disability clause


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο disability παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: clause
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
disability n(physical)αναπηρία ουσ θηλ
 (καθομ: άτομο με αναπηρία)ειδικές ανάγκες φρ ως ουσ θηλ πλ
 Steve doesn't let his disability stop him doing what he wants; even though he's only got one leg, he still runs marathons.
 Ο Στηβ δεν αφήνει την αναπηρία του να τον σταματήσει απ' αυτό που θέλει να κάνει· ακόμα και με ένα πόδι, τρέχει σε μαραθώνιους.
disability n(learning)μαθησιακή δυσκολία φρ ως ουσ θηλ
 Fiona's disability means it's harder for her to learn than it is for other children.
 Η μαθησιακή δυσκολία της Φιόνα σημαίνει πως σε σχέση με άλλα παιδιά, είναι δυσκολότερο για εκείνη να μαθαίνει.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
disability n([sth] causing disadvantage)μειονέκτημα ουσ θηλ
 Paul's lack of confidence is a disability in his chosen career of marketing.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
disability allowance nUK (government fund for disabled)επίδομα αναπηρίας φρ ως ουσ ουδ
disability organization,
also UK: disability organisation
n
(association: disabled rights)οργάνωση ατόμων με αναπηρία περίφρ
  συνομοσπονδία ατόμων με αναπηρία περίφρ
 Disability organizations are calling for better access to public services.
intellectual disability n(learning difficulty)νοητική υστέρηση επίθ + ουσ θηλ
learning disability n(cognitive disorder)μαθησιακή δυσκολία επίθ + ουσ θηλ
physical disability n(law: limited physical functioning)σωματική αναπηρία, σωματική ανικανότητα επίθ + ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση disability clause στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «disability clause».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!